ἔνατος

ἔνᾰτος, η, ον, ([etym.] ἐννέα)
A ninth, Il.2.313, Hes.Op.772, IG12.304.15, PGrenf.2.24.1 (ii B. C.), etc.; [dialect] Ep.

εἴνατος Il.2.295

, 8.266; [dialect] Aeol.

ἔνοτος BCH37.166

(Cyme, iii B. C.); τὰ ἔνατα (sc. ἱερά), sacra novendialia, Is. 8.39, Aeschin.3.225. (Freq. written ἔννατος in codd.)

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἔνατος — ninth masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ένατος — η, ο (AM ἔνατος, άτη, ατον Α και επιτ. τ. εἴνατος, η, ον και αιολ. τ. ἔνοτος, η, ον) αυτός που στη σειρά κατέχει τον αριθμό εννέα («εἴνατος ἐνιαυτός», Ομ. Ιλ.) νεοελλ. 1. το ουδ. ως ουσ. το ένατο καθένα από τα εννέα ίσα μέρη ενός συνόλου 2. (το… …   Dictionary of Greek

  • ένατος — η, ο αριθμ. τακτ. 1. που σε σειρά έχει θέση που αντιστοιχεί στον αριθμό 9. 2. το ουδ. ως ουσ., ένατο, το καθένα από τα εννιά ίσα μέρη στα οποία διαιρέθηκε κάτι, το 1/9. 3. το ουδ. πληθ. ως ουσ., ένατα, α. τα εννιάμερα της Παναγίας, β. το… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ένατος — [энаггос] αριθμ. εκ. девятый …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • εἴνατον — ἔνατος ninth masc acc sg (epic ionic) ἔνατος ninth neut nom/voc/acc sg (epic ionic) εἴνατος masc acc sg εἴνατος neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐνάτων — ἔνατος ninth fem gen pl ἔνατος ninth masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔνατον — ἔνατος ninth masc acc sg ἔνατος ninth neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραίθεναρ — ένατος, τὸ Α στον πληθ. τὰ παραιθένατα (κατά τον Ησύχ.) το τμήμα τού χεριού από το μικρό δάχτυλο μέχρι τον καρπό. [ΕΤΥΜΟΛ. < παραί (ποιητ. τ. τού παρά*) + θέναρ «παλάμη» (πρβλ. οπίσθεναρ)] …   Dictionary of Greek

  • εἰνάτη — ἔνατος ninth fem nom/voc sg (attic epic ionic) εἴνατος fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰνάτης — ἔνατος ninth fem gen sg (attic epic ionic) εἴνατος fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰνάτῃ — ἔνατος ninth fem dat sg (attic epic ionic) εἴνατος fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.